oxeia-kai-chronia-amygdalitida

Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης (Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Εισαγωγή

Η αμυγδαλίτιδα, η φλεγμονή των παρίσθμιων αμυγδαλών, αποτελεί μια από τις συχνότερες παθήσεις της ανώτερης αναπνευστικής οδού [1]. Οι αμυγδαλές αποτελούν λεμφοειδή ιστό που συμμετέχει στον δακτύλιο του Waldeyer, λειτουργώντας ως ανοσολογικό φράγμα έναντι εισπνεόμενων και καταποθέντων παθογόνων [2]. Αν και η οξεία μορφή της νόσου είναι συνήθως μια αυτοπεριοριζόμενη λοίμωξη, η χρόνια και η υποτροπιάζουσα αμυγδαλίτιδα μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά την ποιότητα ζωής και να οδηγήσουν σε σοβαρές επιπλοκές [3]. Η αμυγδαλίτιδα αντιστοιχεί στο 0,4% έως 1,3% των επισκέψεων σε εξωτερικά ιατρεία [4].

Η οξεία αμυγδαλίτιδα είναι συχνότερη στα παιδιά και τους νεαρούς ενήλικες, ενώ η χρόνια μορφή μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία [5]. Η επίπτωση της νόσου μπορεί να επηρεαστεί από διάφορους περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως φάνηκε κατά την πανδημία COVID-19 όπου τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης οδήγησαν σε σημαντική μείωση της συχνότητας της νόσου [6]. Στη μελέτη των Sørensen και συν., η επίπτωση των βαρέων μορφών οξείας αμυγδαλίτιδας σε νοσοκομειακό επίπεδο μειώθηκε κατά 57% στη διετία μετά το lockdown, σε σύγκριση με την προηγηθείσα περίοδο [6]. 

Οξεία Αμυγδαλίτιδα

Ορισμός και Επιδημιολογία

Η οξεία αμυγδαλίτιδα ορίζεται ως η οξεία φλεγμονή των αμυγδαλών που προκαλείται συνήθως από λοιμώδη αίτια [1]. Η νόσος είναι εξαιρετικά συχνή σε όλες τις ηλικίες, με τους νεότερους ασθενείς να εμφανίζουν υψηλότερο κίνδυνο επιπλοκών [5]. Σε μια μελέτη του 2025 σε παιδιά, η αμυγδαλίτιδα βρέθηκε να είναι η συχνότερη ΩΡΛ διάγνωση στην παιδιατρική κλινική, με ποσοστό 20,3% επί των συνολικών επισκέψεων [3].

Αιτιολογία

Τα ιογενή αίτια ευθύνονται για το 70-95% των περιπτώσεων οξείας αμυγδαλίτιδας [5]. Μεταξύ αυτών, ο ιός Epstein-Barr (EBV) ενοχοποιείται για το 24,3% των περιπτώσεων, ενώ άλλα ιογενή αίτια καλύπτουν περίπου το 44,4% [3]. Η ιογενής φαρυγγίτιδα και αμυγδαλίτιδα συνήθως συνοδεύονται από βήχα, κορυζα, επιπεφυκίτιδα, βραχνάδα, διάρροια ή στοματικές εξελκώσεις [5].

Το σημαντικότερο βακτηριακό αίτιο της οξείας αμυγδαλίτιδας είναι η ομάδα Α β-αιμολυτικός στρεπτόκοκκος (GAS, Streptococcus pyogenes) [7]. Η GAS ευθύνεται για το 15-30% των περιπτώσεων στα παιδιά και έως 15% στους ενήλικες [5]. Σε μια πρόσφατη μελέτη, GAS ανιχνεύθηκε στο 31,2% των ασθενών [3]. Άλλα βακτήρια που μπορεί να προκαλέσουν αμυγδαλίτιδα περιλαμβάνουν τον Fusobacterium necrophorum (5%) και την ομάδα S. anginosus (11%) [5]. Η πρώιμη και ακριβής διάγνωση της GAS φαρυγγοαμυγδαλίτιδας και η ορθολογική χρήση αντιβιοτικών μπορεί να ανακουφίσει τα συμπτώματα, να συντομεύσει τη διάρκεια της νόσου, να αποτρέψει επιπλοκές και να μειώσει τον κίνδυνο μετάδοσης, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στη μείωση της αντιμικροβιακής αντοχής [8].

Διάγνωση

Η κλινική αξιολόγηση της οξείας αμυγδαλίτιδας περιλαμβάνει τυπικά την αιφνίδια έναρξη πυρετού, πονόλαιμο, δυσφαγία, αμυγδαλικό εξίδρωμα και διογκωμένους πρόσθιους τραχηλικούς λεμφαδένες [1]. Η παρουσία βήχα, ρινικής καταρροής ή βραχνάδας συνηγορεί υπέρ ιογενούς αιτιολογίας [5]. Η κλινική διάγνωση από μόνη της έχει περιορισμένη ακρίβεια (≤80% προγνωστική αξία) [7]. Για την αύξηση της διαγνωστικής ακρίβειας, συστήνεται η χρήση συστημάτων βαθμολόγησης, κυρίως των Centor και McIsaac [9]. Η Εταιρεία Λοιμωδών Νοσημάτων της Αμερικής (IDSA) στην επικαιροποιημένη κατευθυντήρια οδηγία του 2025 συνιστά για πρώτη φορά την υποχρεωτική χρήση κλινικής βαθμολόγησης για την αξιολόγηση ασθενών με πονόλαιμο [7].

Η βαθμολογία Centor περιλαμβάνει τέσσερα κριτήρια: πυρετό ≥38°C, απουσία βήχα, διογκωμένους τραχηλικούς λεμφαδένες και αμυγδαλικό εξίδρωμα [9]. Η τροποποίηση McIsaac προσθέτει την ηλικία του ασθενούς [7]. Σε μια πρόσφατη μετα-ανάλυση, η βαθμολογία McIsaac εμφάνισε υψηλότερη ευαισθησία (με όριο 2-3, >0,75) αλλά χαμηλότερη ειδικότητα (ψευδώς θετικά >0,5) έναντι της Centor [10].

Για την επιβεβαίωση της λοίμωξης από GAS πριν τη χορήγηση αντιβιοτικών, συστήνεται μικροβιολογική επιβεβαίωση [8]. Οι διαθέσιμες μέθοδοι περιλαμβάνουν την ταχεία ανίχνευση αντιγόνου (RADT) με ευαισθησία 90-95% και εξαιρετικά υψηλή ειδικότητα, και την καλλιέργεια φαρυγγικού επιχρίσματος που παραμένει η “χρυσή τομή” με ευαισθησία 90-95%, αλλά απαιτεί 24-48 ώρες [7]. Στα παιδιά και τους εφήβους, τα αρνητικά RADT συνιστάται να επιβεβαιώνονται με καλλιέργεια [5]. Η IDSA συνιστά: μη διενέργεια εξέτασης ή αντιβιοτικής αγωγής σε ασθενείς χαμηλού κινδύνου (Centor 0-1), διενέργεια RADT σε ασθενείς ενδιάμεσου κινδύνου (Centor 2-3) και άμεση χορήγηση αντιβιοτικών σε υψηλού κινδύνου ασθενείς (Centor ≥4) [7].

Αντιμετώπιση

Η θεραπεία της οξείας αμυγδαλίτιδας περιλαμβάνει αρχικά υποστηρικτικά μέτρα: ενυδάτωση, ανάπαυση, αντιπυρετικά (παρακεταμόλη, ΜΣΑΦ) και τοπικά αναισθητικά στοματικά διαλύματα [1]. Για τον πόνο συστήνονται παρακεταμόλη και ιβουπροφαίνη, ενώ η κωδεΐνη αντενδείκνυται σε παιδιά <12 ετών [5]. Η χορήγηση αντιβιοτικών θα πρέπει να περιορίζεται σε σαφείς ενδείξεις βακτηριακής λοίμωξης, με ήπια συμπτώματα και υψηλό κίνδυνο επιπλοκών [8]. Η θεραπεία πρώτης γραμμής για επιβεβαιωμένη GAS φαρυγγοαμυγδαλίτιδα είναι η φαινοξυμεθυλπενικιλλίνη (πενικιλλίνη V) ή η αμοξικιλλίνη για 10 ημέρες [7]. Η αμοξικιλλίνη αποτελεί εναλλακτική κυρίως λόγω καλύτερης γεύσης και διαθεσιμότητας σε εναιώρημα [8].

Σε ασθενείς με αλλεργία στην πενικιλλίνη, τα εναλλακτικά σχήματα περιλαμβάνουν για μη αναφυλακτική αλλεργία κεφαλοσπορίνες πρώτης γενιάς, και για αναφυλακτική αλλεργία κλινδαμυκίνη, κλαριθρομυκίνη (10 ημέρες) ή αζιθρομυκίνη (5 ημέρες) [5]. Εάν δεν παρατηρηθεί βελτίωση μετά από 72 ώρες, εξετάζεται η εναλλαγή σε κλινδαμυκίνη [1]. Σε αποτυχία θεραπείας, εναλλακτικές περιλαμβάνουν αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ, κλινδαμυκίνη ή κεφαλοσπορίνες δεύτερης/τρίτης γενιάς [8].

Χρόνια Αμυγδαλίτιδα

Ορισμός

Η χρόνια αμυγδαλίτιδα ορίζεται ως χρόνια φλεγμονή των παλάτινων αμυγδαλών που προκύπτει είτε από επαναλαμβανόμενα επεισόδια οξείας αμυγδαλίτιδας είτε από ανεπαρκώς αντιμετωπισμένη οξεία αμυγδαλίτιδα [2]. Χαρακτηρίζεται από επίμονη φλεγμονή για 3 ή περισσότερους μήνες ανθεκτική στην ιατρική θεραπεία [11].

Κλινική εικόνα

Οι ασθενείς με χρόνια αμυγδαλίτιδα παρουσιάζουν υποτροπιάζοντα πονόλαιμο, χρόνια δυσφαγία και απόφραξη αεραγωγού, κακοσμία στόματος (δυσοσμία), παχύρευστη ομιλία (“hot potato” voice) και λίθους αμυγδαλών (tonsilloliths) [12].

Παθογένεια

Η χρόνια αμυγδαλίτιδα μπορεί να σχετίζεται με πολυπαραγοντική αιτιολογία, συμπεριλαμβανομένης της βακτηριακής λοίμωξης (π.χ. από H. pylori) και τοπικών ανοσολογικών μηχανισμών [2]. Η υπερπλασία των αμυγδαλών μπορεί επίσης να οδηγήσει σε μηχανική απόφραξη και διαταραχές ύπνου [11].

Φαρμακευτική αντιμετώπιση

Η φαρμακευτική θεραπεία της χρόνιας αμυγδαλίτιδας είναι συχνά δύσκολη και μπορεί να περιλαμβάνει αντιβιοτικά όπως αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ (ενήλικες 625 mg δύο φορές την ημέρα, παιδιά 375 mg δύο φορές την ημέρα) ή αμοξικιλλίνη 500-875 mg τρεις φορές την ημέρα [5]. Σε αλλεργία στην πενικιλλίνη χορηγείται ερυθρομυκίνη (ενήλικες 250-500 mg κάθε 6 ώρες, παιδιά 30-50 mg/kg/ημέρα) [5]. Παράλληλα χορηγούνται αναλγητικά όπως παρακεταμόλη και ιβουπροφαίνη [1].

Χειρουργική αντιμετώπιση

Η αμυγδαλεκτομή (χειρουργική αφαίρεση των αμυγδαλών) αποτελεί την πιο αποτελεσματική θεραπεία για τη χρόνια και υποτροπιάζουσα αμυγδαλίτιδα [13]. Οι σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες προτείνουν αμυγδαλεκτομή όταν υπάρχουν τουλάχιστον 7 επεισόδια στο προηγούμενο έτος, ή τουλάχιστον 5 επεισόδια ανά έτος τα τελευταία 2 έτη, ή τουλάχιστον 3 επεισόδια ανά έτος τα τελευταία 3 έτη [14]. Άλλες ενδείξεις περιλαμβάνουν χρόνια αμυγδαλίτιδα ανθεκτική στην ιατρική θεραπεία (επιμονή συμπτωμάτων ≥3 μηνών), περιαμυγδαλικό απόστημα (έστω και ένα επεισόδιο), αποφρακτική άπνοια ύπνου, υποψία κακοήθειας και IgA νεφροπάθεια [14]. Η βαθμονόμηση “7/5/3” παραμένει ο βασικός πυλώνας λήψης απόφασης για αμυγδαλεκτομή στη χρόνια μορφή [14].

Η αμυγδαλεκτομή μπορεί να γίνει με διάφορες τεχνικές, με σημαντικές διαφορές στην αιμορραγία, τον πόνο και την ανάρρωση [13]. Η ψυχρή χάραξη (cold steel dissection) σχετίζεται με χαμηλότερο ποσοστό δευτεροπαθούς αιμορραγίας (3,7%) [13]. Η ψυχρή κατάλυση με ραδιοσυχνότητες/ κατάλυση ιστών με ελεγχόμενο πλάσμα χαμηλής θερμοκρασίας  (coblation – low-temperature plasma) είναι τεχνική με θερμοκρασία ελέγχου που ελαχιστοποιεί τον ιστικό τραυματισμό [15]. Η συστηματική ανασκόπηση του Liu και συν. (2025) έδειξε ότι η ψυχρή κατάλυση σχετίζεται με μικρότερο χρόνο επέμβασης (μέση διαφορά -12,4 λεπτά), μικρότερη απώλεια αίματος (-15,2 mL), μειωμένο χρόνο νοσηλείας (-0,7 ημέρες) και χαμηλότερη φλεγμονώδη αντίδραση (TNF-α και CRP) [15]. Επιπλέον, η ψυχρή καταλυση σχετίζεται με ταχύτερη επούλωση (13,3 έναντι 20 ημερών) και μικρότερη κατανάλωση αναλγητικών [15]. Η διπολική διαθερμία σχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο δευτεροπαθούς αιμορραγίας (8,6%), ενώ η μονοπολική διαθερμία παρουσιάζει υψηλό κίνδυνο αιμορραγίας και μετεγχειρητικού πόνου [13]. Η ψυχρή κατάλυση θεωρείται ανώτερη των συμβατικών τεχνικών στη διαχείριση της χρόνιας αμυγδαλίτιδας, αλλά απαιτούνται περισσότερες μεγάλες κλινικές μελέτες [15].

Επιπλοκές

Το περιαμυγδαλικό απόστημα (peritonsillar abscess – PTA) αποτελεί τη συχνότερη πυώδη επιπλοκή της οξείας αμυγδαλίτιδας, με επίπτωση 30 ανά 100.000 άτομα ετησίως, συχνότερη στις ηλικίες 15-30 ετών [16]. Η αντιμετώπισή του περιλαμβάνει παροχέτευση (παρακέντηση ή διατομή) με τοπική αναισθησία, εμπειρικά ενδοφλέβια αντιβιοτικά (πενικιλλίνη, κεφαλοσπορίνες ± μετρονιδαζόλη) και σε υποτροπιάζουσες περιπτώσεις αμυγδαλεκτομή [17]. Σε παιδιά, η πλειονότητα των PTA αντιμετωπίζεται με αντιβιοτικά και παροχέτευση (69%), ενώ η αποκλειστικά φαρμακευτική θεραπεία εφαρμόζεται στο 16,4% [16].

Οι μη πυώδεις επιπλοκές της GAS λοίμωξης περιλαμβάνουν τον οξύ ρευματικό πυρετό (σπάνια πλέον, παρατηρείται κυρίως σε ανεπαρκώς θεραπευμένες λοιμώξεις), την οξεία μεμβρανώδη σπειραματονεφρίτιδα (λιγότερο συχνή) και την αντιδραστική αρθρίτιδα μετά από στρεπτοκοκκική λοίμωξη (PSRA), η οποία αποτελεί σημαντική επιπλοκή της χρόνιας αμυγδαλίτιδας [18].

Συμπεράσματα

Η αμυγδαλίτιδα παραμένει μια εξαιρετικά συχνή νοσολογική οντότητα με σημαντικές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία [1]. Η διαφορική διάγνωση μεταξύ ιογενούς και βακτηριακής φύσης της νόσου παραμένει κρίσιμη για την αποφυγή της αντιμικροβιακής αντοχής [7]. Οι σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες, συμπεριλαμβανομένης της IDSA 2025, δίνουν έμφαση στη χρήση συστημάτων βαθμολόγησης Centor/McIsaac [7]. Στην οξεία φάση, τα αντιβιοτικά πρέπει να χορηγούνται με φειδώ, δίνοντας προτεραιότητα στην υποστηρικτική αγωγή [8]. Η χρόνια αμυγδαλίτιδα και η υποτροπιάζουσα λοίμωξη μπορεί να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά με αμυγδαλεκτομή, ιδίως όταν πληρούνται τα κριτήρια “7/5/3” [14]. Οι σύγχρονες τεχνικές ψυχρής καταλυσης ελαχιστοποιούν τη μετεγχειρητική νοσηρότητα [15]. Η συνεχής επιμόρφωση των γιατρών και η τήρηση των σύγχρονων πρωτοκόλλων είναι απαραίτητα για την επίτευξη της βέλτιστης κλινικής έκβασης [5].

Βιβλιογραφικές αναφορές

  1. Ministry of Public Health Qatar. National Clinical Guidelines: The Diagnosis and Management of Tonsillitis in Adults and Children (2025). Doha, Qatar: Ministry of Public Health; 2025.
  2. Health & Family Welfare Department, Government of Mizoram. Standard treatment guidelines: chronic tonsillitis [Internet]. 2025 [cited 2026 May 29]. Available from: https://hfwmizoramstg.in/guidelines/chronic-tonsilitis
  3. Alghamdi FA, Alghamdi AM, Alzahrani MA, Alzahrani AA. Prevalence of acute tonsillitis and its association with oral hygiene among the population of Taif City, Saudi Arabia. Cureus. 2024;16(3):e55678.
  4. Galluzzi F, Pignataro L, Marchisio P, Torretta S. Treatment of peritonsillar abscess in children: a systematic review. J Clin Med. 2024;13(23):7361.
  5. Papadakis MA, McPhee SJ, Rabow MW. Current medical diagnosis & treatment 2025. New York: McGraw-Hill; 2025.
  6. Sørensen TL, Greve T, Klug TE. The impact of social restrictions on the incidence and microbiology of severe acute tonsillitis. Dan Med J. 2024;71(10):A03240161.
  7. Barshak MB, Linder JA, Watson ME Jr, Carter DM, Cohen AL, Dien Bard J, et al. 2025 clinical practice guideline update by the Infectious Diseases Society of America on group A streptococcal (GAS) pharyngitis: risk assessment using clinical scoring systems in children and adults. Arlington (VA): Infectious Diseases Society of America; 2025.
  8. National Children’s Infection and Allergy Monitoring Center, Futang Children’s Medical Development Research Center, Beijing Pediatric Quality Control Center, et al. Expert consensus on clinical diagnosis and treatment of group A streptococcal tonsillopharyngitis in children (2025). Chin J Pediatr. 2025;63(5).
  9. Rimawi RH. Not just a sore throat: why group A strep still belongs on our radar. Society of Critical Care Medicine; 2025.
  10. Kravets NY, Klymnyuk SI. Evaluating the effectiveness of the rapid test and Centor scale for determining the cause of acute tonsillitis. Bull Probl Biol Med. 2025;1(176):219-226.
  11. Nguyen VTN, Ngo L, Stratton E, Arriola D. Tonsillitis. Prim Care. 2025;52(1):27-35.
  12. Smith KL, Hughes R, Myrex P. Tonsillitis and tonsilloliths: diagnosis and management. Am Fam Physician. 2023;107(1):35-41.
  13. Nassr N, Alharthi S, Alghamdi H. Implementation of an acute tonsillitis protocol in a district general hospital: a two-cycle audit. Cureus. 2025;17(11):e98141.
  14. Mitchell RB, Archer SM, Ishman SL, Rosenfeld RM, Coles S, Finestone SA, et al. Clinical practice guideline: tonsillectomy in children (update)-executive summary. Otolaryngol Head Neck Surg. 2019;160(2):187-205.
  15. Liu W, Zhang Y, Li X. Comparison of the clinical efficacy and complications of low-temperature plasma tonsillectomy versus traditional tonsillectomy: a systematic review and meta-analysis. Ear Nose Throat J. 2025; Online ahead of print:01455613251365762.
  16. Windfuhr JP, Toepfner N, Steffen G, Waldfahrer F, Berner R. Clinical practice guideline: tonsillitis I. Diagnostics and nonsurgical management. Eur Arch Otorhinolaryngol. 2016;273(4):973-987.
  17. Almutairi M, Alali MA, Alotaibi A, Al-khater N, Balkair Y, Alqurashi E, et al. Efficacy of coblation versus bipolar diathermy techniques in tonsillectomy: a systematic review and meta-analysis of randomized controlled trials. Int J Med Dev Ctries. 2025;9(10):2519-2529.
  18. UpToDate. Complications of streptococcal tonsillopharyngitis. Waltham (MA): UpToDate; 2025.