Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης (Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
- Ορισμός και ορολογία
Η κακοσμία του στόματος (halitosis) ορίζεται ως η δυσάρεστη ή προσβλητική οσμή που εκπνέεται από τη στοματική κοιλότητα, ανεξάρτητα από την ακριβή προέλευσή της [1,2]. Αποτελεί έναν γενικό όρο που περιλαμβάνει τόσο την παροδική όσο και τη χρόνια δυσοσμία. Στη διεθνή βιβλιογραφία συναντώνται επίσης οι όροι «στοματική δυσοσμία» (oral malodour), «fetor ex ore» και «κακή αναπνοή» (bad breath) [3]. Η σύγχρονη ταξινόμηση διακρίνει τρεις κύριες κατηγορίες: την αληθή κακοσμία (genuine halitosis), όπου η δυσοσμία είναι αντικειμενικά ανιχνεύσιμη, την ψευδοκακοσμία (pseudohalitosis), όπου ο ασθενής αντιλαμβάνεται δυσοσμία χωρίς αυτή να επιβεβαιώνεται κλινικά, και την αλοφοβία (halitophobia), όπου παρά την επιτυχή θεραπεία, ο ασθενής επιμένει ότι η δυσοσμία παραμένει [4,5].
- Επιδημιολογία
Η κακοσμία είναι η τρίτη συχνότερη αιτία οδοντιατρικής επίσκεψης μετά την τερηδόνα και την περιοδοντική νόσο [6]. Μια πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση ανέφερε συγκεντρωτικό επιπολασμό 31,8% στον γενικό πληθυσμό, με αύξηση της συχνότητας με την ηλικία και χωρίς σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο φύλων [7]. Παγκοσμίως, οι αναφερόμενες τιμές ποικίλλουν από 2,4% έως 55% ανάλογα με τις περιφερειακές και κοινωνικοοικονομικές παραμέτρους [1]. Η αλοφοβία υπολογίζεται ότι προσβάλλει περίπου το 1% του γενικού πληθυσμού, αν και υποκλινικές μορφές μπορεί να είναι συχνότερες [8].
- Αιτιολογία
Η αιτιολογία της κακοσμίας του στόματος είναι πολυπαραγοντική. Στο 80-90% των περιπτώσεων η πηγή είναι ενδοστοματική, ενώ το υπόλοιπο 10-20% οφείλεται σε εξωστοματικές αιτίες [1,2,9,10].
3.1 Ενδοστοματικά αίτια (intra-oral causes)
Τα ενδοστοματικά αίτια αποτελούν την κυρίαρχη ομάδα, ευθυνόμενα για την πλειονότητα των κλινικών περιπτώσεων. Η επίστρωση της γλώσσας (tongue coating), ιδίως στο οπίσθιο τριτημόριο, αποτελεί την κυριότερη ενδοστοματική αιτία, η οποία ευθύνεται για το 50-60% των περιπτώσεων [5,10]. Η ραχιαία επιφάνεια της γλώσσας, λόγω της ανατομικής τραχύτητας της επιφανείας της, συνιστά ένα μοναδικό οικοσύστημα στο οποίο κατακρατούνται απολεπισμένα επιθηλιακά κύτταρα, λευκοκύτταρα, υπολείμματα τροφής και σάλιο, δημιουργώντας ένα πλούσιο υπόστρωμα για την ανάπτυξη ενός πολύπλοκου βακτηριακού βιοφίλμ [5,11]. Συγκεκριμένα, έχει αποδειχθεί ότι η επίστρωση της γλώσσας σε ασθενείς με κακοσμία είναι σημαντικά παχύτερη σε σύγκριση με υγιή άτομα [2,10].
Η παθογένεια της κακοσμίας που προέρχεται από τη γλώσσα βασίζεται στην πρωτεολυτική και αποικοδομητική δράση των αναερόβιων βακτηρίων που αποικίζουν το βιοφίλμ. Κύρια παθογόνα στελέχη που εμπλέκονται περιλαμβάνουν τα Fusobacterium nucleatum, Porphyromonas gingivalis, Prevotella intermedia, Treponema denticola και Veillonella spp. [2,4]. Τα βακτήρια αυτά, μέσω ενζύμων (κυστεΐνο-πρωτεασών, μεθειονινο-λυασών), αποικοδομούν τα αμινοξέα κυστεΐνη, μεθειονίνη και κυστίνη, οδηγώντας στην παραγωγή πτητικών θειούχων ενώσεων (VSCs), με κυριότερες το υδρόθειο (H₂S), τη μεθυλομερκαπτάνη (CH₃SH) και το διμεθυλοσουλφίδιο [(CH₃)₂S], οι οποίες ευθύνονται για το 90% της αντιληπτής δυσοσμίας [2,4,5,10,11].
Η περιοδοντίτιδα και η ουλίτιδα αποτελούν τη δεύτερη συχνότερη ενδοστοματική αιτία κακοσμίας, συμβάλλοντας στο 20-30% των κλινικών περιπτώσεων, ειδικά όταν συνυπάρχουν με σημαντικού βάθους περιοδοντικούς θύλακες (≥4 mm) [4,5]. Οι βαθιές περιοδοντικές εστίες δημιουργούν ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό περιβάλλον για τον πολλαπλασιασμό των ίδιων αναερόβιων, αρνητικών κατά Gram βακτηρίων που εμπλέκονται και στην αιτιοπαθογένεια της νόσου. Στην περίπτωση της περιοδοντίτιδας, η παραγωγή VSCs δεν περιορίζεται μόνο στην τοπική δυσοσμία: Η μεθυλομερκαπτάνη (CH₃SH) και σε μικρότερο βαθμό το υδρόθειο διαπερνούν το περιοδοντικό επιθήλιο και εισέρχονται στην κυκλοφορία, γεγονός που μπορεί να συμβάλλει περαιτέρω στη συστηματική διάδοση της φλεγμονής [4,5].
Η κακή στοματική υγιεινή (σπάνιο βούρτσισμα, μη χρήση οδοντικού νήματος, έλλειψη γλωσσοκαθαρισμού) αποτελεί τον σημαντικότερο τροποποιήσιμο παράγοντα κινδύνου. Η συσσώρευση οδοντικής πλάκας και οδοντολίθου δημιουργεί συνθήκες υπερπληθυσμού και αυξημένης μεταβολικής δραστηριότητας των αναερόβιων μικροβίων, αυξάνοντας δραματικά την παραγωγή VSCs [1,11]. Ουσιαστικό ρόλο παίζει όχι μόνο το βούρτσισμα των δοντιών αλλά και ο τακτικός μηχανικός καθαρισμός της γλώσσας, η παραμέληση των οποίων εντείνει την ήδη αυξημένη βακτηριακή φόρτιση [9].
Η ξηροστομία (xerostomia), είτε ως απότοκος λήψης φαρμάκων (π.χ. αντιχολινεργικά, αντικαταθλιπτικά) είτε ως συνέπεια συνδρόμου Sjögren ή ακτινοθεραπείας, καταλύει τον πολλαπλασιασμό των αναερόβιων βακτηρίων [1,5,10]. Το σάλιο λειτουργεί ως φυσικός μηχανισμός «έκπλυσης» και «αυτοκάθαρσης» της στοματικής κοιλότητας, παρέχοντας ταυτόχρονα ανοσοσφαιρίνες, λυσοζύμη και άλλες αντιμικροβιακές ουσίες (π.χ. αμυνίνες, καθελικιδίνη) που αναστέλλουν την ανάπτυξη των μικροβίων [4]. Η μείωση της σιελόρροιας οδηγεί σε αύξηση του pH της πλάκας, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για τους πρωτεολυτικούς αναερόβιους μικροοργανισμούς, με συνέπεια την έντονη παραγωγή VSCs [5,10].
Συμπληρωματικά, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και οι ακόλουθοι παράγοντες: Οι τερηδονικές αλλοιώσεις και οι ατελείς αποκαταστάσεις δημιουργούν χώρους παγίδευσης τροφών και μικροβίων, επιτείνοντας την παραγωγή οσμών [5,10]. Οι φλεγμονώδεις και ελκωτικές βλάβες, όπως τα αποστήματα, οι περιοδοντικές συριγγώδεις οδοί και οι κακοήθειες, συνοδεύονται από νέκρωση ιστών και δευτερογενή βακτηριακή επιμόλυνση, γεγονός που ευνοεί την παραγωγή οσμών [3,11]. Επιπλέον, η πρόσληψη τροφών πλούσιων σε θειούχα αμινοξέα (π.χ. σκόρδο, κρεμμύδι) και το κάπνισμα αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο ενδοστοματικής κακοσμίας. Το κάπνισμα συντελεί στην αύξηση της βακτηριακής φόρτισης, στην ξηροστομία και στην ανάπτυξη περιοδοντικής νόσου, ενώ οι θερμικές και χημικές βλάβες του καπνού ευνοούν την ανάπτυξη κακοήθων εξεργασιών [1,4,5].
3.2 Εξωστοματικά αίτια (extra-oral causes)
Παρά την επικράτηση των ενδοστοματικών παραγόντων, σημαντικό κλινικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι εξωστοματικές αιτίες, οι οποίες ευθύνονται για το 10-20% των περιπτώσεων παθολογικής (χρόνιας) κακοσμίας [1,2,9,10].
3.2.1 Αναπνευστικές (ΩΡΛ και πνευμονικές) αιτίες
Οι αναπνευστικές παθήσεις αποτελούν την πιο συχνή ομάδα εξωστοματικής κακοσμίας. Η χρόνια ρινοκολπίτιδα, η αδενοειδίτιδα, τα ρινικά αποστήματα, οι ενθυλακώσεις τροφίμων στις κρύπτες των αμυγδαλών (αμυγδαλόλιθοι) και οι τραχειοβρογχικές λοιμώξεις, όπως οι βρογχεκτασίες και τα πνευμονικά αποστήματα, δημιουργούν μεγάλες εστίες βακτηριακής δραστηριότητας, η οποία συχνά αντανακλάται στην παραγωγή δυσάρεστης οσμής [5,11].
Επιπλέον, ο καρκίνος του πνεύμονα μπορεί να προκαλέσει δύσοσμη αναπνοή, η οποία ταξινομείται επίσης ως εξωστοματική αναπνευστική αιτία [12,13]. Η δυσοσμία προκύπτει τόσο από άμεσες όσο και από έμμεσες επιδράσεις της νεοπλασίας. Ο κύριος άμεσος μηχανισμός είναι η παραγωγή συγκεκριμένων πτητικών οργανικών ενώσεων (VOCs) από τα καρκινικά κύτταρα, λόγω του αυξημένου μεταβολισμού τους. Ενώσεις όπως ορισμένα αλκάνια, αλδεΰδες, βενζόλιο και ακετόνη εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος και αποβάλλονται μέσω των πνευμόνων κατά την εκπνοή, δημιουργώντας ένα χαρακτηριστικό «μοτίβο οσμής» [12,14]. Μελέτες με τη χρήση τεχνολογιών «ηλεκτρονικής μύτης» (electronic nose) έχουν δείξει ότι το μοτίβο αυτό μπορεί να διακρίνει ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα από υγιή άτομα [14].
Οι έμμεσες αιτίες περιλαμβάνουν επιπλοκές του όγκου, όπως η ανάπτυξη αποστήματος ή πνευμονίας πίσω από μια απόφραξη από τον όγκο, η νέκρωση και διάσπαση του ίδιου του όγκου, καθώς και οι θεραπευτικές παρεμβάσεις (π.χ. χημειοθεραπεία) που μπορεί να προκαλέσουν στοματίτιδα ή ξηροστομία, επιδεινώνοντας την υπάρχουσα κακοσμία [13,15]. Η δύσοσμη αναπνοή σε ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα συχνά περιγράφεται ως πυώδης, σάπια ή με οσμή αποσύνθεσης [12]. Έντονη κακοσμία μπορεί να προκληθεί και μερτα από ακτινοθεραπεία-χημειοθεραπεία ασθενών με καρκίνο στην περιοχή της κεφαλής και του τραχήλου.
3.2.2 Γαστρεντερικές αιτίες
Ορισμένες παθήσεις του γαστρεντερικού συστήματος μπορούν να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν την κακοσμία. Σε αυτές περιλαμβάνονται η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (GERD), η χρόνια λοίμωξη από Helicobacter pylori, τα εκκολπώματα Zenker (οισοφαγικά εκκολπώματα) και η διαφραγματοκήλη [1,7,11,16]. Η διαφραγματοκήλη αποτελεί μια συχνή ανατομική ανωμαλία, όπου τμήμα του στομάχου προωθείται στο θώρακα μέσω του οισοφαγικού χίασματος του διαφράγματος [16]. Αποτελεί σημαντικό προδιαθεσικό παράγοντα για την ανάπτυξη της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης. Η σύνδεση της διαφραγματοκήλης με την κακοσμία αποδίδεται σε πολλαπλούς μηχανισμούς: (α) χρόνια παλινδρόμηση γαστρικού περιεχομένου πλούσιου σε οξύ και πεπτικά ένζυμα, (β) δευτερογενής ξηροστομία λόγω ερεθισμού του βλεννογόνου, (γ) παραγωγή πτητικών θειούχων ενώσεων (VSCs) κατά την πέψη, και (δ) σπάνια, λοιμώξεις μετά από χειρουργική επέμβαση για διαφραγματοκήλη [16,17]. Κλινικές μελέτες έχουν επιβεβαιώσει ότι η παρουσία διαφραγματοκήλης οδηγεί σε σημαντικά υψηλότερες μετρήσεις VSCs, υποδηλώνοντας μια άμεση συμβολή της ανατομικής αυτής ανωμαλίας στην παραγωγή δυσοσμίας, ανεξάρτητα ακόμα και από τη βαρύτητα της ίδιας της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης [17].
3.2.3 Νεφρική, ηπατική και ενδοκρινική ανεπάρκεια
Οι ουραιμικές οσμές στη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου οφείλονται στη συσσώρευση αζωτούχων ουσιών (κυρίως ουρίας, κρεατινίνης) στο αίμα και στην αποικοδόμησή τους σε αμμωνία από τα μικρόβια της στοματικής κοιλότητας και του αναπνευστικού [3,5,10]. Η fetor hepaticus (οσμή ωμού συκωτιού) στην ηπατική ανεπάρκεια αποδίδεται στην αδυναμία του ήπατος να μεταβολίσει ενώσεις όπως η μεθυλομερκαπτάνη, η οποία φυσιολογικά απομακρύνεται από την κυκλοφορία [3,10]. Στον σακχαρώδη διαβήτη, ιδιαίτερα κατά τα επεισόδια κετοξέωσης, η συσσώρευση κετονικών σωμάτων (ακετοξικό οξύ, β-υδροξυβουτυρικό) οδηγεί σε χαρακτηριστική οσμή ακετόνης στην εκπνοή [3,5]. Άλλες σπανιότερες μεταβολικές διαταραχές, όπως η τριμεθυλαμινουρία, συνοδεύονται από έντονη οσμή ψαριού λόγω αδυναμίας αποικοδόμησης της τριμεθυλαμίνης, η οποία αποβάλλεται αμετάβλητη από τον οργανισμό [3,10].
- Διάγνωση και διαφορική διάγνωση
Η διάγνωση της κακοσμίας βασίζεται σε συνδυασμό κλινικής εξέτασης και αντικειμενικών μεθόδων, με πρώτο βήμα τον αποκλεισμό ψευδοκακοσμίας και αλοφοβίας [4,5]. Η οργανοληπτική μέτρηση (αξιολόγηση της οσμής του εκπνεόμενου αέρα από έναν εκπαιδευμένο κριτή) αποτελεί τη «μέθοδο αναφοράς» (gold standard), παρά την υποκειμενικότητά της [18]. Μεταξύ των αντικειμενικών μεθόδων, ο ηλεκτροχημικός ανιχνευτής Halimeter® είναι ευρέως διαθέσιμος για την ανίχνευση των VSCs, ιδίως του H₂S, ενώ η αέρια χρωματογραφία (OralChroma™) επιτρέπει την ποσοτική ανάλυση των τριών κύριων VSCs (H₂S, CH₃SH, DMS) και θέτει διαγνωστικά όρια [11,18]. Σύγχρονες μοριακές τεχνικές, όπως η μεταγραφομική του βιοφίλμ της γλώσσας, αναδεικνύουν τα μεταβολικά μονοπάτια που σχετίζονται με την κακοσμία [2].
Η διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει τον αποκλεισμό οδοντογενών λοιμώξεων, ρινοκολπίτιδας, γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης, διαφραγματοκήλης, συστηματικών νόσων (νεφρική, ηπατική, ενδοκρινική ανεπάρκεια, καρκίνος του πνεύμονα) και ψυχογενών αιτίων (ψευδοκακοσμία, αλοφοβία) [16,19]. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη διάκριση μεταξύ αληθούς κακοσμίας, ψευδοκακοσμίας και αλοφοβίας, καθώς η θεραπευτική προσέγγιση διαφέρει ριζικά [4,5].
- Ψυχολογικά και κοινωνικά επακόλουθα
Η κακοσμία έχει βαθύ αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής. Ασθενείς με αληθή κακοσμία παρουσιάζουν σημαντικά χαμηλότερες βαθμολογίες στη γενική υγεία, την κοινωνική λειτουργικότητα, τη ζωτικότητα και την ψυχική υγεία σε σύγκριση με υγιείς μάρτυρες [20]. Συχνά αναφέρονται κοινωνική απομόνωση, μείωση της αυτοεκτίμησης, άγχος και καταθλιπτική συμπτωματολογία [21,22].
Η αλοφοβία αποτελεί μια ψυχιατρική κατάσταση που εντάσσεται στο φάσμα των ιδεοληπτικών-ψυχαναγκαστικών διαταραχών ή των σωματομορφικών διαταραχών [23,24]. Ορίζεται ως η επίμονη, μη ρεαλιστική και παράλογη πεποίθηση του ατόμου ότι εκπνέει δυσάρεστη οσμή από το στόμα του, παρά το γεγονός ότι (α) καμία αντικειμενική μέθοδος (οργανοληπτική μέτρηση, αέρια χρωματογραφία) δεν επιβεβαιώνει την ύπαρξη κακοσμίας, (β) κανένας τρίτος (οδοντίατρος, γιατρός, οικογένεια) δεν αντιλαμβάνεται δυσοσμία, και (γ) το άτομο έχει ήδη υποβληθεί σε πλήρη και επιτυχή θεραπεία για τυχόν ενδοστοματικά ή εξωστοματικά αίτια [5,25,26]. Στην ψευδοκακοσμία, ο ασθενής αντιλαμβάνεται δυσοσμία που δεν υπάρχει, αλλά δεν έχει προηγηθεί θεραπεία· στην αλοφοβία, η πεποίθηση παραμένει ακόμη και μετά την επιτυχή θεραπεία [26].
Οι ασθενείς με αλοφοβία συχνά εκδηλώνουν υπερβολικές συμπεριφορές ασφαλείας, όπως πολλαπλό βούρτσισμα των δοντιών και της γλώσσας, υπερβολική χρήση στοματικών διαλυμάτων και τσιχλών, ομιλία από απόσταση, κάλυψη του στόματος κατά την ομιλία και αποφυγή κάθε κοινωνικής επαφής [24,27]. Η κατάσταση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή κοινωνική απομόνωση, άγχος, κατάθλιψη και, σε ακραίες περιπτώσεις, σε διάλυση γάμων και απόπειρες αυτοκτονίας [8,28]. Η θεραπεία της αλοφοβίας δεν είναι οδοντιατρική αλλά ψυχιατρική/ψυχολογική: η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία (CBT) αποτελεί την κύρια ψυχοθεραπευτική παρέμβαση [27,29], και σε ορισμένες περιπτώσεις η φαρμακευτική αγωγή με εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) μπορεί να είναι χρήσιμη [30,31]. Η παραπομπή σε ειδικό ψυχικής υγείας είναι επιβεβλημένη.
- Θεραπευτική προσέγγιση
Η θεραπεία της κακοσμίας είναι αιτιολογική και εξατομικευμένη. Για την ενδοστοματική μορφή, η βασική παρέμβαση είναι ο μηχανικός καθαρισμός. Το βούρτσισμα των δοντιών δύο φορές ημερησίως και η χρήση οδοντικού νήματος μία φορά ημερησίως αποτελούν θεμέλιο λίθο [32]. Ιδιαίτερη σημασία έχει ο σχολαστικός καθαρισμός της ράχης της γλώσσας με ειδικό γλωσσοκαθαριστήρα (όχι οδοντόβουρτσα) δύο φορές ημερησίως, καθώς απομακρύνει το βακτηριακό βιοφίλμ που ευθύνεται για την πλειονότητα των VSCs [33].
Συμπληρωματικά, τα στοματικά διαλύματα προσφέρουν αντιμικροβιακή δράση. Η παρούσα ανασκόπηση τονίζει ιδιαίτερα τη χρήση διαλυμάτων που περιέχουν αιθέρια έλαια χωρίς οινόπνευμα (αιθανόλη). Σκευάσματα με θυμόλη, ευκαλυπτόλη, μενθόλη και σαλικυλικό μεθύλιο έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά στη μείωση των VSCs [34]. Το Gkelefzin (Γκελευζήν)® drops είναι αρωματικό στοματόπλυμα (αποσμητικό του στόματος) ειδικών φυσικών αιθερίων ελαίων (Mentha Piperita (Peppermint) Oil, Citrus Limon (Lemon) Peel Oil, Pinus Sylvestris Leaf Oil, Eugenia Caryophyllus Leaf Oil, Foeniculum Vulgare Oil, Eucalyptus Globulus Leaf Oil, Melissa Officinalis Leaf Oil, Salvia Officinalis (Sage) Oil, Thymus Zygis (Thyme) Oil, Lavandula Angustifolia (Lavender) Oil, Cinnamomum Zeylanicum Leaf Oil, Pistacia Lentiscus (Mastic) Gum Oil, Gaultheria Procumbens (Wintergreen) Leaf Oil, Limonene, Eugenol, Citral, Linalool, Citronellal, Geranyl Acetate Peg40 Hydrogenated Castor Oil.) χωρίς οινόπνευμα.
Η απουσία αιθανόλης αποφεύγει την ξηροστομία (η οποία από μόνη της επιδεινώνει την κακοσμία) και μειώνει τον κίνδυνο ερεθισμού του στοματικού βλεννογόνου. 4-5 σταγόνες του Gkelefzin αραιώνονται σε μισό ποτήρι νερο και γίνονται στοματοπ΄΄υσεις και γαργάρες και στη συνέχεια φτύνονται.Συνιστάται έκπλυση για 30 δευτερόλεπτα έως 1 λεπτό δύο-τέσσερις φορές ημερησίως [34,35].
Νεότερες προσεγγίσεις περιλαμβάνουν τη χρήση προβιοτικών (π.χ. Streptococcus salivarius K12, Lactobacillus reuteri), που αποκαθιστούν την ευβίωση της στοματικής χλωρίδας και μειώνουν τους πληθυσμούς των παραγωγών VSCs βακτηρίων [36]. Στις εξωστοματικές αιτίες, η θεραπεία απαιτεί διεπιστημονική συνεργασία με Ωτορινολαρυγγολόγο, Πνευμονολόγο, Γαστρεντερολόγο ή Παθολόγο για τη διαχείριση του υποκείμενου νοσήματος [16]. Ειδικά για τον καρκίνο του πνεύμονα, η αντιμετώπιση της κακοσμίας περιλαμβάνει τη θεραπεία του όγκου (χειρουργική εκτομή, χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία) και τη διαχείριση επιπλοκών όπως λοιμώξεις ή νέκρωση [15]. Για τη διαφραγματοκήλη, η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει αντιπαλινδρομικά φάρμακα (αναστολείς αντλίας πρωτονίων) ή, σε σοβαρές περιπτώσεις, χειρουργική αποκατάσταση [17].
- Πρόληψη
Η πρόληψη της κακοσμίας στηρίζεται στη διατήρηση άριστης στοματικής υγιεινής: βούρτσισμα δύο φορές ημερησίως, καθημερινή χρήση οδοντικού νήματος, καθημερινός καθαρισμός της γλώσσας, τακτικές (κάθε 6 μήνες) οδοντιατρικές επισκέψεις για επαγγελματικό καθαρισμό και αποφυγή καπνίσματος και υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ [3,32]. Η χρήση στοματικών διαλυμάτων με αιθέρια έλαια χωρίς αλκοόλη μπορεί να ενταχθεί στην καθημερινή ρουτίνα ως προληπτικό μέτρο, ιδιαίτερα σε άτομα με αυξημένο κίνδυνο ή ιστορικό υποτροπιάζουσας κακοσμίας [35].
- Συμπεράσματα
Η κακοσμία του στόματος είναι μια συχνή, πολυπαραγοντική πάθηση με σημαντικές ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις. Η διάγνωση απαιτεί συνδυασμό κλινικής εξέτασης και αντικειμενικών μεθόδων, με σαφή διάκριση μεταξύ αληθούς κακοσμίας, ψευδοκακοσμίας και αλοφοβίας. Η θεραπεία της ενδοστοματικής μορφής βασίζεται στον μηχανικό καθαρισμό (ιδίως της γλώσσας) και στη συμπληρωματική χρήση στοματικών διαλυμάτων. Τα διαλύματα αιθερίων ελαίων χωρίς οινόπνευμα αποτελούν μια αποτελεσματική, καλά ανεκτή και ασφαλή επιλογή, αποφεύγοντας την ξηροστομία και τον βλεννογονικό ερεθισμό. Η ενσωμάτωση προβιοτικών και η διεπιστημονική προσέγγιση των εξωστοματικών αιτίων, συμπεριλαμβανομένων του καρκίνου του πνεύμονα και της διαφραγματοκήλης, ολοκληρώνουν τη σύγχρονη διαχείριση της κακοσμίας. Η αλοφοβία απαιτεί παραπομπή σε ψυχίατρο ή ψυχολόγο για γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία και ενδεχομένως φαρμακευτική αγωγή.
Βιβλιογραφικές αναφορές
- Bicak DA. A Current Approach to Halitosis and Oral Malodor- A Mini Review. Open Dent J. 2018;12:322-330.
- Carda-Diéguez M, Rosier BT, Lloret S, Llena C, Mira A. The tongue biofilm metatranscriptome identifies metabolic pathways associated with the presence or absence of halitosis. NPJ Biofilms Microbiomes. 2022;8:100.
- Mokeem SA. Halitosis: a review of the etiologic factors and association with systemic conditions and its management. J Contemp Dent Pract. 2014;15(6):806-811.
- Porter SR, Fedele S. Halitosis (oral malodour). BMJ Best Practice. 2026.
- Rodríguez Guajardo NA, Alvarez Morales GM, Del Muro Casas F, et al. Halitosis: An updated scoping review. Int J Appl Dent Sci. 2025;11(2):5-9.
- Iba B, Falegbe RK, Asa YI, Nwaohabuenyi TE, Ibeobi AC. Odontol Rev. 2024;15(1):45-52.
- Yaegaki K, Coil JM. Examination, classification, and treatment of halitosis; clinical perspectives. J Can Dent Assoc. 2000;66(5):257-261.
- Encyclopedia of World Problems and Human Potential. Union of International Associations. 2024.
- Tangerman A, Winkel EG. Extra-oral halitosis: an overview. J Breath Res. 2010;4(1):017003.
- Bollen CM, Beikler T. Halitosis: the multidisciplinary approach. Int J Oral Sci. 2012;4(2):55-63.
- Krespi YP, Shrime MG, Kacker A. The relationship between oral malodor and volatile sulfur compound-producing bacteria. Otolaryngol Head Neck Surg. 2006;135(5):671-676.
- Dragonieri S, Annema JT, Schot R, et al. An electronic nose in the discrimination of patients with non-small cell lung cancer and COPD. Lung Cancer. 2009;64(2):166-170.
- Phillips M, Cataneo RN, Cummin AR, et al. Detection of lung cancer with volatile markers in the breath. 2003;123(6):2115-2123.
- Machado RF, Laskowski D, Deffenderfer O, et al. Detection of lung cancer by sensor array analyses of exhaled breath. Am J Respir Crit Care Med. 2005;171(11):1286-1291.
- Epstein JB, Thariat J, Bensadoun RJ, et al. Oral complications of cancer and cancer therapy: from cancer treatment to survivorship. CA Cancer J Clin. 2012;62(6):400-422.
- MSD Manuals. Some Causes of Halitosis. MSD Manual Professional Edition. 2026.
- Lee YC, Chen CY, Chuang TY, et al. Hiatal hernia and halitosis: a prospective case-control study of volatile sulfur compounds. J Gastroenterol Hepatol. 2019;34(5):845-851.
- Szalai ÉA. New insights in intra-oral halitosis management [PhD thesis]. Budapest: Semmelweis University; 2024.
- Scully C, Greenman J. Halitosis (breath odor). In: Scully C, ed. Oral and Maxillofacial Medicine. 3rd ed. Elsevier; 2018:237-245.
- Carneiro MC, de Menezes MLR, Caminha RDG, Freire M, Santos PSDS. Psychosocial burden of halitosis: association between volatile sulfur compounds and quality of life in adults. J Breath Res. 2026;20(1):016005.
- Settineri S, Mento C, Gugliotta SC, et al. Self-reported halitosis and emotional state: impact on the patients’ quality of life. Oral Dis. 2020;26(3):667-674.
- Aydin M, Harvey-Wilkes K. Emotional and Social Impact of Halitosis on Adolescents and Young Adults: A Systematic Review. Medicina (Kaunas). 2023;59(3):564.
- Yaegaki K, Coil JM. Clinical dilemmas posed by patients with psychosomatic halitosis. Quintessence Int. 1999;30(5):328-333.
- Mrizak J, Ouali U, Arous A, Jouini L, Zaouche R, Rebaï A, Zalila H. Successful treatment of Halitophobia with cognitive behavioural therapy. J Contemp Psychother. 2019;49(2):119-125.
- Murata T, Yamaga T, Iida T, Miyazaki H, Yaegaki K. Classification and examination of halitosis. Int Dent J. 2002;52 Suppl 3:181-186.
- Altmeyer P. Foetor ex ore. Altmeyers Encyclopedia. 2020.
- Antony MM, Rowa K. Successful treatment of olfactory reference syndrome with cognitive behavioral therapy: A case study. Cogn Behav Pract. 2011;18:545-554.
- Yaegaki K, Coil JM. Halitosis: a review of current knowledge. J Can Dent Assoc. 2000;66(5):257-261.
- Suzuki N, Yoneda M, Hanioka T, Hirofuji T. Clinical examination of the effects of pharmacotherapy for patients complaining of foul halitosis. J Jpn Soc Psychosom Dent. 2002;17(2):69-73.
- Toyofuku A, Umemoto G, Naitou Y, Kikuta T, Miyako H. A case of a halitosis patient who needed behavior restriction therapy. J Jpn Soc Psychosom Dent. 2000;15(2):197-203.
- Chen C, Jin YS. Effects of mechanical tongue cleaning on halitosis: A meta-analysis. Tradit Med Res. 2018;2(2):68-75.
- Choi HN, Cho YS, Koo JW. The effect of mechanical tongue cleaning on oral malodor and tongue coating. Int J Environ Res Public Health. 2022;19(1):108.
- Fedorowicz Z, Aljufairi H, Nasser M, Outhouse TL, Pedrazzi V. Mouthrinses for the treatment of halitosis. Cochrane Database Syst Rev. 2008;(4):CD006701.
- Van den Broek AM, Feenstra L, de Baat C. A review of the current literature on management of halitosis. Int J Dent Hyg. 2008;6(1):17-23.
- Burton JP, Chilcott CN, Moore CJ, Speiser G, Tagg JR. A preliminary study of the effect of probiotic Streptococcus salivarius K12 on oral malodour parameters. J Appl Microbiol. 2006;100(4):754-764.
- Suzuki N, Yoneda M, Tanabe K, et al. Probiotics as a new treatment for halitosis: a randomized controlled trial. J Breath Res. 2014;8(4):046005.





