Δρ Δημήτριος Ν . Γκέλης
Περίληψη
Η όσφρηση αποτελεί μια πολύπλοκη χημειοαισθητική λειτουργία με καθοριστικό ρόλο στη διατροφή, την ασφάλεια, τη μνήμη και τη συναισθηματική επεξεργασία. Οι διαταραχές της όσφρησης, είτε ποσοτικές όπως η ανοσμία και η υπαισμία είτε ποιοτικές όπως η παροσμία και η φαντασμία, επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής και διαταράσσουν τη γευστική αντίληψη. Επιπλέον, έχουν συσχετιστεί με αυξημένη θνησιμότητα, πιθανώς λόγω της σχέσης τους με νευροεκφυλιστικές νόσους, υποθρεψία και μειωμένη ικανότητα ανίχνευσης περιβαλλοντικών κινδύνων. Η παρούσα ανασκόπηση παρουσιάζει τη φυσιολογία της όσφρησης, την ταξινόμηση των διαταραχών, τους θρεπτικούς και μεταβολικούς παράγοντες που επηρεάζουν την οσφρητική λειτουργία, τις σύγχρονες διαγνωστικές μεθόδους και τις διαθέσιμες θεραπευτικές προσεγγίσεις. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην ανοσμία που σχετίζεται με τη νόσο COVID-19, στους παθογενετικούς μηχανισμούς, στην κλινική πορεία και στις θεραπευτικές επιλογές.
1. Φυσιολογία της όσφρησης
Το οσφρητικό σύστημα μετατρέπει χημικά ερεθίσματα σε ηλεκτρικά σήματα τα οποία ερμηνεύονται από τον εγκέφαλο. Το οσφρητικό επιθήλιο βρίσκεται στην οροφή της ρινικής κοιλότητας και περιέχει διπολικούς οσφρητικούς νευρώνες. Τα μόρια των οσμών διαλύονται στη ρινική βλέννα και συνδέονται με εξειδικευμένους υποδοχείς στις βλεφαρίδες των νευρώνων αυτών. Οι νευράξονες σχηματίζουν το οσφρητικό νεύρο, το οποίο διαπερνά την ηθμοειδή πλάκα και καταλήγει στον οσφρητικό βολβό.
Από τον οσφρητικό βολβό οι πληροφορίες προβάλλονται προς τον αμυγδαλοειδή πυρήνα, τον ιππόκαμπο και τον ορβιτομετωπιαίο φλοιό, περιοχές που εμπλέκονται στη μνήμη, το συναίσθημα και την αναγνώριση των οσμών. Η όσφρηση παρουσιάζει σημαντική νευροπλαστικότητα, ενώ με την ηλικία παρατηρείται φυσιολογική μείωση της λειτουργίας της, κατάσταση που ονομάζεται πρεσβυοσμία.

2. Διαταραχές της όσφρησης και της γεύσης
Οι διαταραχές της όσφρησης διακρίνονται σε ποσοτικές και ποιοτικές. Οι ποσοτικές περιλαμβάνουν την υποσμία, δηλαδή τη μερική μείωση της οσφρητικής ικανότητας, και την ανοσμία, δηλαδή την πλήρη απώλεια της όσφρησης. Οι ποιοτικές περιλαμβάνουν την παροσμία, κατά την οποία οι οσμές αντιλαμβάνονται παραμορφωμένες, και τη φαντοσμία, κατά την οποία γίνεται αντίληψη οσμών χωρίς την ύπαρξη ερεθίσματος.
Αντίστοιχα, στις διαταραχές της γεύσης περιλαμβάνονται η υπογευσία, η αγευσία, καθώς και οι ποιοτικές διαταραχές όπως η παρωδία και η φανταγευσία (phantogeusia), οι οποίες αφορούν αλλοιωμένη ή ψευδή γευστική αντίληψη.
3. Διαφορική διάγνωση
Οι διαταραχές της όσφρησης μπορεί να οφείλονται σε ποικίλες παθολογικές καταστάσεις. Τα ρινοκολπικά αίτια περιλαμβάνουν τη χρόνια ρινοκολπίτιδα, τους ρινικούς πολύποδες και την αλλεργική ρινίτιδα, όπου η απώλεια όσφρησης οφείλεται κυρίως σε απόφραξη της οσφρητικής σχισμής και σε φλεγμονώδες οίδημα του βλεννογόνου.
Οι μεταλοιμώδεις διαταραχές εμφανίζονται μετά από ιογενείς λοιμώξεις όπως ρινοϊοί ή SARS-CoV-2 και σχετίζονται με βλάβη του οσφρητικού επιθηλίου και ατελή αναγέννηση. Στα ανοσολογικά αίτια περιλαμβάνονται νοσήματα όπως το σύνδρομο Sjögren και η σαρκοείδωση, τα οποία προκαλούν φλεγμονώδη βλάβη των ιστών. Οι νευροεκφυλιστικές νόσοι, όπως η νόσος Parkinson και η νόσος Alzheimer, συνδέονται με πρώιμη συμμετοχή του οσφρητικού βολβού και διαταραχή της νευρωνικής πλαστικότητας.
Επιπλέον, η κρανιοεγκεφαλική κάκωση μπορεί να προκαλέσει διακοπή των οσφρητικών ινών στην περιοχή της ηθμοειδούς πλάκας. Φαρμακευτικοί και τοξικοί παράγοντες, όπως ορισμένα αντιχολινεργικά ή έκθεση σε τοξικές ουσίες, μπορούν να επηρεάσουν τη νευροδιαβίβαση ή να προκαλέσουν επιθηλιακή βλάβη. Τέλος, μεταβολικές και θρεπτικές διαταραχές, όπως ο υποθυρεοειδισμός, ο σακχαρώδης διαβήτης και η ανεπάρκεια ψευδαργύρου ή βιταμίνης Β12, μπορούν επίσης να επηρεάσουν την οσφρητική λειτουργία.
4. Θρεπτικοί και μεταβολικοί παράγοντες
Η επάρκεια συγκεκριμένων βιταμινών και ιχνοστοιχείων είναι απαραίτητη για τη φυσιολογική λειτουργία του οσφρητικού συστήματος. Η βιταμίνη Α συμβάλλει στη διατήρηση και αναγέννηση του οσφρητικού επιθηλίου, ενώ η ανεπάρκειά της μπορεί να οδηγήσει σε ατροφία του. Η βιταμίνη Β12 είναι απαραίτητη για τη λειτουργία του νευρικού συστήματος και η έλλειψή της σχετίζεται με νευροαισθητηριακές διαταραχές. Η βιταμίνη D συμμετέχει στη ρύθμιση της νευροφλεγμονής και της νευροπλαστικότητας, ενώ η βιταμίνη Ε πιθανώς έχει αντιοξειδωτικό ρόλο στο οσφρητικό σύστημα, αν και τα δεδομένα παραμένουν περιορισμένα.
Ο ψευδάργυρος αποτελεί κρίσιμο ιχνοστοιχείο για τη νευρογένεση και τη λειτουργία ενζύμων που σχετίζονται με την όσφρηση και τη γεύση, και η ανεπάρκειά του μπορεί να προκαλέσει αναστρέψιμη ανοσμία ή υπογευσία. Σίδηρος, μαγνήσιο και χαλκός ενδέχεται επίσης να επηρεάζουν την οσφρητική λειτουργία μέσω νευρομεταβολικών και αγγειακών μηχανισμών.
5. Διαγνωστική προσέγγιση
Η διαγνωστική διερεύνηση περιλαμβάνει λεπτομερές ιατρικό ιστορικό με αναφορά στην έναρξη και διάρκεια των συμπτωμάτων, συνοδά ρινικά ή νευρολογικά σημεία, φαρμακευτική αγωγή, έκθεση σε τοξικούς παράγοντες και πρόσφατες λοιμώξεις. Ακολουθεί ενδοσκοπική εξέταση της ρινικής κοιλότητας για τον εντοπισμό πιθανών αποφρακτικών ή φλεγμονωδών αιτιών.
Η ψυχοφυσική αξιολόγηση της όσφρησης πραγματοποιείται κυρίως με τη δοκιμασία Sniffin’ Sticks, η οποία αξιολογεί το κατώφλι ανίχνευσης, τη διάκριση και την αναγνώριση οσμών, παρέχοντας συνολικό σκορ TDI. Γενικά, τιμές κάτω από 16 υποδηλώνουν ανοσμία, τιμές μεταξύ 16 και 30 υποαισμία και τιμές άνω των 30 φυσιολογική οσφρητική λειτουργία, με διαφοροποιήσεις ανάλογα με την ηλικία και το φύλο. Εναλλακτικά χρησιμοποιείται το UPSIT, το οποίο περιλαμβάνει σαράντα δοκιμασίες αναγνώρισης οσμών.
Η απεικονιστική διερεύνηση περιλαμβάνει μαγνητική τομογραφία για την εκτίμηση των οσφρητικών βολβών και τον αποκλεισμό ενδοκρανιακής παθολογίας, καθώς και αξονική τομογραφία για τη μελέτη των παραρρινίων κόλπων. Ο εργαστηριακός έλεγχος μπορεί να περιλαμβάνει μέτρηση βιταμινών, ιχνοστοιχείων και θυρεοειδικών ορμονών, καθώς και έλεγχο γλυκόζης.
6. Θεραπευτική προσέγγιση
Η θεραπεία εξαρτάται από την υποκείμενη αιτία. Η αντιμετώπιση των φλεγμονωδών καταστάσεων μπορεί να περιλαμβάνει κορτικοστεροειδή, κυρίως ενδορινικά, ενώ η συστηματική χορήγηση εφαρμόζεται σε επιλεγμένες περιπτώσεις. Η χορήγηση ψευδαργύρου ενδείκνυται μόνο σε περιπτώσεις τεκμηριωμένης ανεπάρκειας.
Ορισμένες φαρμακευτικές ουσίες όπως η θεοφυλλίνη, η πεντοξυφυλλίνη και το άλφα-λιποϊκό οξύ έχουν μελετηθεί πειραματικά, ωστόσο τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επαρκούν για καθιερωμένη κλινική χρήση. Η ενδοσκοπική χειρουργική εφαρμόζεται σε περιπτώσεις ανατομικής απόφραξης ή ανθεκτικής ρινοκολπίτιδας.
Η οσφρητική εκπαίδευση αποτελεί την πλέον τεκμηριωμένη θεραπευτική παρέμβαση για τη μεταλοιμώδη ανοσμία, συμπεριλαμβανομένης της COVID-19. Περιλαμβάνει συστηματική έκθεση σε συγκεκριμένες οσμές δύο φορές ημερησίως για τουλάχιστον δώδεκα εβδομάδες και βασίζεται στη νευροπλαστικότητα και την αναδιοργάνωση των οσφρητικών οδών.
Νεότερες θεραπευτικές προσεγγίσεις, όπως η ενδορινική βιταμίνη Α, το πλούσιο σε αιμοπετάλια πλάσμα και ο αποκλεισμός του αστερικού γαγγλίου, βρίσκονται ακόμη σε πειραματικό στάδιο και απαιτούν περαιτέρω κλινική τεκμηρίωση.
7. Ανοσμία στη νόσο COVID-19
Η ανοσμία αποτελεί χαρακτηριστικό σύμπτωμα της λοίμωξης COVID-19 και μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και στην απουσία σοβαρής συστηματικής νόσου. Οι κύριοι παθογενετικοί μηχανισμοί περιλαμβάνουν φλεγμονώδες οίδημα της οσφρητικής σχισμής, βλάβη των υποστηρικτικών κυττάρων του οσφρητικού επιθηλίου και τοπική ανοσολογική απάντηση με επακόλουθη διαταραχή της αναγέννησης του επιθηλίου. Η πιθανή συμμετοχή κεντρικών νευρικών μηχανισμών έχει προταθεί αλλά δεν έχει πλήρως τεκμηριωθεί.
Η κλινική πορεία χαρακτηρίζεται από αιφνίδια έναρξη και συνήθως σταδιακή ανάρρωση μέσα σε εβδομάδες, αν και ένα ποσοστό ασθενών εμφανίζει παρατεταμένα συμπτώματα. Κατά την ανάρρωση μπορεί να εμφανιστεί παροσμία, πιθανώς λόγω ατελούς επανανεύρωσης.
Η οσφρητική εκπαίδευση αποτελεί θεραπεία πρώτης γραμμής, ενώ τα κορτικοστεροειδή χρησιμοποιούνται επιλεκτικά σε περιπτώσεις συνυπάρχουσας φλεγμονώδους ρινοκολπικής νόσου.
8. Πρόληψη και μακροχρόνια διαχείριση
Η πρόληψη βασίζεται στη διατήρηση επαρκούς διατροφής με επάρκεια βιταμινών και ιχνοστοιχείων, στην έγκαιρη αντιμετώπιση ρινικών φλεγμονωδών παθήσεων, στην αποφυγή καπνίσματος και τοξικών ουσιών και στη σωστή χρήση φαρμάκων που ενδέχεται να επηρεάζουν την όσφρηση. Ο εμβολιασμός κατά του SARS-CoV-2 μειώνει τη σοβαρότητα της λοίμωξης, αν και δεν αποτρέπει πλήρως την εμφάνιση ανοσμίας. Η καθημερινή οσφρητική άσκηση μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση ή αποκατάσταση της λειτουργίας σε ασθενείς υψηλού κινδύνου.
9. Συμπεράσματα
Οι διαταραχές της όσφρησης και της γεύσης αποτελούν σημαντικά κλινικά προβλήματα με ουσιαστική επίδραση στην ποιότητα ζωής. Η συστηματική διαγνωστική προσέγγιση και η έγκαιρη αντιμετώπιση των αναστρέψιμων αιτίων είναι καθοριστικής σημασίας για την πρόγνωση. Η οσφρητική εκπαίδευση αποτελεί την πιο τεκμηριωμένη θεραπευτική επιλογή, ιδιαίτερα στις μεταλοιμώδεις μορφές και στην ανοσμία μετά από COVID-19. Η πανδημία ανέδειξε τη σημασία της οσφρητικής δυσλειτουργίας και ενίσχυσε την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα στους μηχανισμούς και τις θεραπευτικές παρεμβάσεις. Η διεπιστημονική συνεργασία παραμένει απαραίτητη για τη βέλτιστη αντιμετώπιση των ασθενών.
Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση
- Doty RL, Bromley SM. Anosmia, ageusia, and other disorders of chemosensation. In: Jankovic J, Mazziotta JC, Pomeroy SL, editors. Neurological Disorders: Course and Treatment. 2nd ed. Elsevier; 2003. p. 171–183.
- Fried MP, Lustig LR. Overview of smell and taste abnormalities. In: Merck Manual Professional Edition. Kenilworth (NJ): Merck Sharp & Dohme LLC; 2025.
- NCBI. Physiology, olfactory. In: StatPearls [Internet]. Treasure Island (FL): StatPearls Publishing; 2023.
- Hummel T, Whitcroft KL, Andrews P, Altundag A, Cinghi C, Costanzo RM, et al. Position paper on olfactory dysfunction. Rhinology Supplement. 2017;54:1–30.
- Doty RL. Olfactory dysfunction in neurodegenerative diseases: is there a common pathological substrate? Lancet Neurology. 2017;16(6):478–488.
- Addison AB, Wong B, Ahmed T, Macchi A, Luong AU. Treatment of post-viral olfactory dysfunction: an evidence-based review with recommendations. International Forum of Allergy & Rhinology. 2020;10(9):1065–1086.
- Park JA. Comprehensive review of treatment of olfactory dysfunction. Korean Journal of Otorhinolaryngology–Head and Neck Surgery. 2025.
- Meng X, Pan Y. COVID-19 and anosmia: The story so far. Ear, Nose & Throat Journal. 2024;103(5):NP312–NP320.
- Ho CY, Gu S, Alqawasmi M, Lunz J. Lost senses, found deficiency: a case of anosmia linked to hypozincemia. Journal of Hospital Medicine. 2025;Abstract 0495.
- Burghart Messtechnik GmbH. Sniffin’ Sticks olfactory test system. Holm (Germany): Burghart; 2025.
- Schubert CR, Fischer ME, Pinto AA, Klein BE, Klein R, Cruickshanks KJ. Odor identification and dietary intake of vitamins A, C, and E in older adults. Journal of Nutrition, Health & Aging. 2014;18(4):371–376.
- Evans WJ, Laughlin GA, Berg RL, Dillon WP, Barrett-Connor E. Vitamin D and olfactory function in older adults. Journal of the American Geriatrics Society. 2015;63(10):2090–2094.
- Sorokowska A, Karwowski M, Misiak M, Marczak M, Hummel T, Sorokowski P. Vitamin D and the olfactory function: a systematic review. Nutrients. 2019;11(7):1552.
- Henkin RI, Martin BM, Agarwal RP. Efficacy of zinc treatment in patients with taste and smell dysfunction. American Journal of the Medical Sciences. 1999;318(4):230–239.
- Kollndorfer K, Kowalczyk K, Hoche E, Mueller CA, Pollak M, Trattnig S, et al. Olfactory training induces changes in functional connectivity of the olfactory brain. NeuroImage. 2014;95:207–212.





